Οι Φοβίες και οι Κρίσεις Πανικού είναι επιμέρους διαστάσεις των Αγχωδών Διαταραχών και εμφανίζονται συχνά σε παιδιά και εφήβους. Ο Παιδοψυχολόγος αξιολογώντας την εικόνα του παιδιού, τα κλινικά σημεία, τη συναισθηματική του κατάσταση, την ύπαρξη σωματικών συμπτωμάτων και το επίπεδο λειτουργικότητάς του διαμορφώνει την κατάλληλη παρέμβαση με στόχο την θεραπεία του, η οποία αφορά την απεγκατάσταση των φοβιών και την εξάλειψη των κρίσεων πανικού. Τέλος, ο Ψυχολόγος παιδιών και εφήβων χρησιμοποιεί σταθμισμένα κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας και της έντασης των φόβων, που συμπληρώνονται τόσο από τα ίδια τα παιδιά- εφήβους, όσο και από τους γονείς τους για τον καθορισμό των ερεθισμάτων που προκαλούν φόβο και των υποκειμενικών αντιδράσεων στους φόβους αυτούς.
Φοβίες
Όσον αφορά τις Φοβίες, ο Ψυχολόγος που δουλεύει με παιδιά και εφήβους ξεκινάει αξιολογώντας την ύπαρξη απλών αναπτυξιακών φόβων ή την ύπαρξη εδραιωμένων φοβιών. Παρόλο που οι δύο έννοιες φαίνεται να μοιάζουν η διαφορά τους είναι ουσιαστική. Ο φόβος αποτελεί φυσιολογικό και αναπόσπαστο κομμάτι της αναπτυξιακής πορείας των παιδιών. Οι φυσιολογικοί φόβοι της παιδικής ηλικίας, όπως είναι ο φόβος του ξένου ή ο φόβος διαφόρων ζώων είναι παροδικοί, δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του παιδιού και εμφανίζονται ως αντίδραση σε κάποιο υπαρκτό φοβογόνο ερέθισμα ή κατάσταση. Η φοβία είναι έντονος, επίμονος, υπερβολικός και αδικαιολόγητος φόβος, που προκαλείται από την αναμονή ή την παρουσία ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης. Ο Παιδοψυχολόγος αξιολογεί κατά πόσο οι φυσιολογικοί φόβοι έχουν μετατραπεί σε φοβίες λαμβάνοντας υπόψη του την ηλικία εγκατάστασης του φόβου, το χρόνο παραμονής του, το είδος του και το κατά πόσο επηρεάζει επιμέρους διαστάσεις της ζωής του παιδιού (π.χ. το παιδί μπορεί να αποφεύγει να βγαίνει από το σπίτι, να απομακρύνεται από τους γονείς του, να πηγαίνει στο σχολείο κ.ά. προκειμένου να αποφύγει συγκεκριμένες καταστάσεις ή ερεθίσματα).
Οι συνηθέστερες φοβίες στα παιδιά, τις οποίες καλείται να αξιολογήσει και να αντιμετωπίσει ο Παιδοψυχολόγος είναι οι ακόλουθες (DSM-IV):
ü Ειδική Φοβία, όπως είναι ο φόβος των ζώων, ο φόβος θανάτου ή ο φόβος του αίματος
ü Σχολική Φοβία, η οποία αφορά τον παράλογο φόβο κάποιας πτυχής του σχολικού περιβάλλοντος, που συνοδεύεται από συμπτώματα πανικού ή άγχους όταν η συμμετοχή είναι επικείμενη με συνέπεια τη μερική ή συνολική αδυναμία παρακολούθησης του σχολείου
ü Κοινωνική Φοβία, η οποία περιλαμβάνει τον έντονο φόβο σε μία ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις, όπου το παιδί φοβάται ότι θα περιέλθει σε κατάσταση αμηχανίας, αποφεύγοντας για το λόγο αυτό συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις
ü Άγχος αποχωρισμού, που περιλαμβάνει το εξελικτικά ανάρμοστο και υπερβολικό άγχος σχετικά με τον αποχωρισμό από το σπίτι ή τα άτομα προσκόλλησης
Η άμεση αντιμετώπιση των παραπάνω φοβιών από τον Παιδοψυχολόγο είναι πολύ σημαντική για την αποτελεσματικότερη θεραπεία των φοβιών. Στη θεραπεία συμπεριλαμβάνονται ανάλογα με το είδος της φοβίας η διαχείριση του άγχους, η έκθεση στο φοβογόνο ερέθισμα, η συστηματική απευαισθητοποίηση, η έκθεση σε κοινωνικές καταστάσεις που προκαλούν άγχος (Wenar & Kerig, 2008), η αλλαγή των σκέψεων και συναισθημάτων απέναντι στο φοβογόνο ερέθισμα και η οικογενειακή θεραπεία, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο. Σε κάθε περίπτωση ο Ψυχολόγος που δουλεύει με παιδιά και εφήβους οφείλει να συνεργάζεται τόσο με τους γονείς όσο και με τους δασκάλους και την αρτιότερη θεραπεία του παιδιού-εφήβου.
Κρίσεις Πανικού
Ο Πανικός είναι οξεία κρίση έντονου άγχους, η οποία συνοδεύεται από φυσιολογικά – σωματικά συμπτώματα. Οι κρίσεις πανικού απαντώνται συχνά μεταξύ των εφήβων. Ο Παιδοψυχολόγος οφείλει να αξιολογήσει τόσο τα φυσιολογικά συμπτώματα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται αίσθημα αυξημένων καρδιακών παλμών, εφίδρωση, έντονος τρόμος, αίσθημα λαχανιάσματος ή ασφυξίας, πόνος ή δυσφορία στο θώρακα, ναυτία ή κοιλιακή ενόχληση, αίσθημα ζάλης, αστάθειας ή τάση για λυποθυμία όσο και τις σκέψεις που κρύβονται πίσω από τα παραπάνω συμπτώματα, όπως είναι ο φόβος απώλειας ελέγχου, ο φόβος θανάτου κ.ά.. Στους εφήβους πέρα των ανωτέρω συχνά συνυπάρχει αποφυγή των κοινωνικών σχέσεων με συνομηλίκους, έντονη επιθυμία του εφήβου να έχει συνεχώς κοντά του κάποιο οικείο πρόσωπο για την αντιμετώπιση πιθανών κρίσεων, αποφυγή του να πάει στο σχολείο και αδυναμία αποχωρισμού των γονέων.
Οι έφηβοι που υποφέρουν από κρίσεις πανικού έχουν την τάση να μεγεθύνουν τις δυσλειτουργικές σκέψεις τους (π.χ. ότι οι συχνοί πονοκέφαλοι σημαίνουν ότι είναι σοβαρά άρρωστος-η και μάλλον θα τον οδηγήσουν στο θάνατο) και να κάνουν καταστροφικές παρερμηνείες για τα σωματικά τους συμπτώματα (π.χ. οι ταχυκαρδίες σημαίνουν ότι όντως είμαι σοβαρά άρρωστος -η). Η αυξημένη συχνότητα και ένταση των κρίσεων πανικού μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή πανικού (Καλπάκογλου, 2008). Για το λόγο αυτό έφηβοι που διακατέχονται από κρίσεις πανικού πρέπει να επισκέπτονται Ψυχολόγο παιδιών και εφήβων για την άμεση αντιμετώπιση των κρίσεων και την πρόληψη μετατροπής τους σε διαταραχή πανικού. Η θεραπεία των κρίσεων πανικού περιλαμβάνει μετατροπή των δυσλειτουργικών σκέψεων σε λειτουργικών, διαχείριση του άγχους και φυσιολογική αντιμετώπιση των σωματικών συμπτωμάτων μέσω τεχνικών χαλάρωσης (Ανωγειανάκης, Καραγιαννίδου, Παπαλιάγκας, 2010). Η θεραπεία είναι άμεση και συμβάλλει καθοριστικά στη βελτίωση της λειτουργικότητας της ζωής του εφήβου.
Η Παιδοψυχολόγος
Αλεξίου Βανέσσα
Βιβλιογραφία
Ανωγειανάκης, Γ. Καραγιαννίδου, Μ. Παπαλιάγκας, Β. (2010). Αγχώδεις Διαταραχές. Interreg III, Κοινοτική Πρωτοβουλία.
Καλπάκογλου, Θ.(2008). Άγχος και Πανικός. Γνωσιακή θεωρία και θεραπεία. Ηλεκτρονική έκδοση
Wenar, Ch. & Kerig, P.K. (2008). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία. Μεταφραση- Επιμέλεια: Μαρκουλής, Δ. & Γεωργάκα, Ε. . Εκδόσεις Gutenberg.