Όρια και Κανόνες, γιατί είναι απαραίτητα;

 

Η οριοθέτηση και η θέσπιση κανόνων είναι ένα σημαντικό κομμάτι της διαπαιδαγώγησης των παιδιών και του γονεϊκού ρόλου. Είναι μια πολύ σημαντική διαδικασία για την ανάπτυξη του παιδιού, η οποία ξεκινάει από τα πρώτα έτη της ανάπτυξης του ατόμου του ατόμου και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οι στόχοι της τοποθέτησης και της τήρησης  ορίων και κανόνων  είναι το άτομο να μπορέσει να αποκτήσει συγκεκριμένες  δεξιότητες και να εξελιχθεί τόσο σε ατομικό  όσο και σε ομαδικό επίπεδο:

 

1) Σε ατομικό επίπεδο:

  • Προστατεύουν: Τα όρια προστατεύουν, ωστόσο χρειάζεται  προσοχή γιατί τα υπερβολικά, αυστηρά και υπερπροστατευτικά όρια περιορίζουν την λήψη πρωτοβουλίας και την απόκτηση εμπειριών. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά γίνονται  άβουλοι έφηβοι και μετέπειτα ενήλικες, με μειωμένη κριτική ικανότητα   που δυσκολεύονται να πάρουν  σωστές αποφάσεις και να ανταπεξέλθουν σε καινούριες και πρωτόγνωρες καταστάσεις.
  • Δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας: Τα μη ξεκάθαρα διατυπωμένα όρια, η ασυνέπεια στην τήρησή τους και τα διπλά μηνύματα δημιουργούν στα παιδιά ανασφάλεια  που εμποδίζει την υγιή ανάπτυξή τους. Τα παιδιά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται και μέχρι πού μπορούν να φτάσουν, μέχρι τη στιγμή που θα τους το διδάσκει κάποιος ενήλικας, συνήθως οι γονείς τους.  Τα όρια και οι κανόνες δημιουργούν στα παιδιά μια ασφαλή βάση, καθοριστικής σημασίας για τη μετέπειτα ανάπτυξή τους.
  • Δίνουν στα παιδιά την ικανότητα να δοκιμάζουν, να εξερευνούν, να καταφέρνουν, να αποδοκιμάζονται (ανοχή στη ματαίωση) και να ξαναπροσπαθούν: Τα όρια πρέπει να διατυπώνονται α)με τέτοιο τρόπο, ώστε το παιδί να γνωρίζει μέχρι πού μπορεί να φτάσει και β)με τόση αυστηρότητα, ώστε να του επιτραπεί να δοκιμάσει την παραβίασή τους για να καταφέρει στην πορεία να γνωρίζει, σε ποιες περιπτώσεις  οφείλει να σταματάει και σε ποιες να συνεχίζει επιμένοντας.
  • Διδάσκουν τις βασικές αρχές των κοινωνικών σχέσεων: Τα όρια και η τήρησή τους βασίζονται στην αρχή του αμοιβαίου σεβασμού.  Τόσο ο γονιός που διατυπώνει τα όρια οφείλει να σέβεται και να λαμβάνει υπόψη τα μοναδικά χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του παιδιού, όσο και το παιδί να λειτουργεί με σεβασμό προς τους κανόνες και τις αξίες του οικογενειακού περιβάλλοντος.  Επίσης, η τήρηση ορίων συνδέεται με την ανάπτυξης της ηθικής στο παιδί.

 

2) Σε ομαδικό επίπεδο (σε επίπεδο οικογένειας και  σε επίπεδο σχολείου)

  • Μαθαίνουν στα παιδιά της οικογενειακές παραδόσεις και αξίες
  • Διδάσκουν στα παιδιά το πρόγραμμα και τις συνήθειες της κάθε οικογένειας
  • Προωθούν τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των μελών

 

 

 

Βασικά χαρακτηριστικά των ορίων

 

  • Ανάλογα με την ηλικία. Τα όρια είναι διαφορετικά και αναπροσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία. Το ζήτημα αυτό τίθεται συχνά μεταξύ αδελφών, όπου προκύπτουν θέματα ζήλιας και ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτοί οι γονείς πρέπει να χρησιμοποιούν τη φράση «όχι ακόμη», κάνοντας με αυτόν τον τόπο κατανοητό στα παιδιά τους ότι τα συγκεκριμένα όρια και οι συγκεκριμένοι κανόνες ισχύουν για τη δεδομένη χρονική στιγμή και θα αλλάξουν καθώς το παιδί μεγαλώνει.  Αποφεύγουμε να κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ των παιδιών, ωστόσο υπενθυμίζουμε συχνά ότι  μεταξύ τους  δεν υπάρχει διαφορά μόνο ως προς τα όρια, αλλά και ως προς τις δυνατότητες, τα δικαιώματα και  τις υποχρεώσεις. Όσο  πιο μικρό είναι το παιδί τόσο πιο περιορισμένα πρέπει να είναι τα όρια, ενώ όσο μεγαλώνει και αποκτά δεξιότητες τόσο πιο ελαστικά πρέπει να γίνονται.

ΣΗΜ. Αποφεύγουμε να λέμε στο μικρότερο παιδί “αν θέλεις βγες με τον αδερφό σου και θα γυρίσεις την ίδια ώρα που γυρνάει και εκείνος”, γιατί με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτούμε τον ανταγωνισμό μεταξύ των παιδιών και γινόμαστε ασυνεπείς ως προς τα λεγόμενά μας.

  • Σταθερότητα. Η σταθερότητα δεν εκφράζεται με φωνές, απειλές, λεκτική και σωματική βία. Εκφράζεται μέσω της  χροιάς της φωνής,  μέσω του σαφούς προσδιορισμού των θέσεων και των κανόνων, μέσω του σεβασμού και του ελέγχου, τόσο της τήρησης όσο και των συνεπειών της μη τήρησης. Τα παιδιά δίνουν μεγάλη σημασία όχι μόνο στο περιεχόμενο των κανόνων και των απαγορεύσεων που τους επιβάλλονται αλλά και στα μη λεκτικά μηνύματα όπως είναι για παράδειγμα ο τόνος της φωνής μας.  Ο τόνος της φωνής μας μαρτυράει τόσο τις προθέσεις μας όσο και τα συναισθήματά μας. Ακόμα και η παραμικρή προτροπή-απαγόρευση μπορεί να αποκτήσει έντονη αρνητική χροιά αν επιβάλλονται με αυστηρότητα και φωνές. Η σταθερότητα στη θέσπιση των ορίων είναι πολύ σημαντική γιατί παρέχει στα παιδιά ασφάλεια και τα βοηθάει  να εσωτερικεύσουν τους σημαντικούς κανόνες της ζωής τους.

 

Πάντα όταν βάζουμε όρια και κανόνες στη συμπεριφορά ενός παιδιού, αφήνουμε ανοικτό ένα «παραθυράκι» για πιθανές εξαιρέσεις στην τήρηση του κανόνα. Για παράδειγμα, εάν θεωρούμε ότι είναι σημαντικό το παιδί να περάσει χρόνο με τους παππούδες του είμαστε ελαστικοί στη τήρηση του ωραρίου του ύπνου. Ωστόσο είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε στο παιδί την αλλαγή της στάσης μας εάν αυτό θέλει να κοιμηθεί αργότερα απ’ ότι συνήθως επειδή έχουν έρθει στο σπίτι οι παππούδες του, τους οποίους έχει καιρό να δει, και κάνουμε την εξής συμφωνία:  «επειδή καταλαβαίνω ότι σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα για σένα και θέλεις να δεις τους παππούδες σου, μπορείς να κοιμηθείς λίγο αργότερα, την ώρα που θα συμφωνήσουμε από κοινού». Είμαστε πολύ συνεπείς στην τήρηση του ωραρίου που συμφωνούμε από κοινού. Προσπαθούμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά του παιδιού, προλαβαίνοντας έντονα ξεσπάσματα και κλάματα.

 

 

Ανεκτικότητα στα όρια:

 

  • Ελαστικότητα. Τα όρια είναι περισσότερο αυστηρά και απολύτως ξεκάθαρα, όταν τίθενται για να προστατέψουν το παιδί. Για παράδειγμα δεν επιτρέπουμε να γυρνούν μόνα τους, σε μικρή ηλικία, όταν έχει νυχτώσει γιατί θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να αποβεί επικίνδυνο. Σε αυτή την περίπτωση εξηγούμε στα παιδιά το λόγο ύπαρξης του συγκεκριμένου κανόνα και δεν διαπραγματευόμαστε την παραβίασή του.

Τα παιδιά, σε πάρα πολλούς τομείς θα προσπαθήσουν να παραβιάσουν τους κανόνες. Μέσω της παραβίασης και της μετέπειτα αντιπαράθεσης θα αποκτήσουν πολύτιμες εμπειρίες, σημαντικές για την ανάπτυξή τους και τη μετέπειτα ζωή τους. Όταν ένα παιδί παραβιάζει τα όρια, προσπαθεί είτε να ελέγξει τη σταθερότητα  των γονιών του, είτε να δοκιμάσει τους γύρω του, είτε να αυξήσει την αυτοπεποίθησή του μέσω της κυριαρχίας του επί των ορίων, είτε να στέλνει ένα μήνυμα για επαναδιαπραγμάτευση και θέσπιση νέου κανόνα. Σε θέματα δευτερευούσης σημασίας, τα όρια είναι ελαστικότερα, έτσι ώστε το παιδί να τα δοκιμάσει και να τα  επαναδιαπραγματευτεί, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο δεξιότητες που σχετίζονται με την λήψη πρωτοβουλίας, την λήψη ευθυνών, την επίλυση προβλήματος και την αυτοπεποίθηση.

Τέλος, αφήνουμε κάποιους  τομείς χωρίς όρια, ώστε το παιδί να αισθάνεται πως κάποιες φορές μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα και να αποφασίζει το ίδιο για τον εαυτό του. Τέτοιοι  τομείς μπορεί να είναι το ντύσιμο ή οι βαθμοί σε ένα δευτερεύον μάθημα.

 

  • Λογικές Συνέπειες: Είναι σημαντικό να εξηγήσουμε στο παιδί ότι για κάθε κανόνα που θα παραβιάζει θα υπάρχει και η αντίστοιχη συνέπεια. Επιλέγουμε την λέξη συνέπεια, αντί για τη λέξη τιμωρία. Χρησιμοποιούμε τη λέξη συνέπεια, γιατί το παιδί από την παιδική ηλικία, κατανοώντας τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος,  αισθάνεται  ότι φέρει ευθύνη για το πιθανώς δυσάρεστο για εκείνο αποτέλεσμα, και ξέρει ότι είναι στο χέρι του να το αποτρέπει στο εξής με τη συμπεριφορά του.

Επιλέγουμε συνέπειες, που ξέρουμε ότι θα «κοστίσουν» στο παιδί, χωρίς όμως το κόστος να είναι υπερβολικό και να τον κρατήσει πίσω σε κάποιο τομέα. Για παράδειγμα, επιλέγουμε ως συνέπεια το να μην δει  το αγαπημένο του πρόγραμμα στην τηλεόραση ή να γυρίσει νωρίτερα από τη βόλτα με τους φίλους του το Σάββατο, αλλά όχι το να στερηθεί τις εξόδους του για ένα μήνα ή να του πάρουμε το τηλέφωνο για ένα μήνα.  Προσπαθούμε, όσο είναι δυνατό οι συνέπειες να συνάδουν με τον κανόνα που παραβιάστηκε. Για παράδειγμα αν ένα παιδί άργησε να κοιμηθεί γιατί έβλεπε το αγαπημένο του πρόγραμμα στην τηλεόραση, συμφωνούμε ότι την επόμενη ημέρα δεν θα παρακολουθήσει το πρόγραμμα και όχι ότι θα του πάρουμε το κινητό του τηλέφωνο. Η θέσπιση ορίων δεν πρέπει να αποκτά αρνητική χροιά. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να έχει  χαρακτήρα τιμωρητικό,  αποθαρρυντικό, απαγορευτικό και να συνδέεται  με τη διαρκή άρνηση και την αποδοκιμασία.

 

Αποφεύγουμε τη λέξη τιμωρία!

  • Σε αντίθεση με τη λέξη συνέπεια, η λέξη τιμωρία έχει εξωγενή χαρακτήρα. Το παιδί νιώθει ότι η τιμωρία είναι κάτι που του επιβάλλεται, χωρίς το ίδιο να φέρει ευθύνη γι’ αυτό.
  • Η τιμωρία έχει μία αρνητική χροιά και στο άκουσμά της μόνο δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Συνήθως, τα παιδιά τιμωρούνται, επειδή παραβίασαν  κάποιο κανόνα (που σημαίνει ότι δοκίμασαν κάποια καινούρια εμπειρία). Είναι πιθανό με την τιμωρία τα παιδιά να συνδέσουν την καινούρια εμπειρία με αρνητικά συναισθήματα και τύψεις.
  • Η τιμωρία συνήθως είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται σε πολύ μικρά παιδιά. Τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και ιδιαίτερα οι έφηβοι, θυμώνουν στο άκουσμα της λέξης γιατί νιώθουν ότι τους φέρονται σαν μικρά παιδιά, με αποτέλεσμα να αντιδρούν άσχημα και αντιδραστικά.
  • Σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιούμε βία, για πολλούς λόγους. Η συμπεριφορά μας είναι πρότυπο για τα παιδιά, δεν μπορούμε να απαγορεύουμε τη βία όταν πρώτοι εμείς χρησιμοποιούμε βία και τέλος, με τον τρόπο αυτό στέλνουμε στο παιδί το μήνυμα πως είναι αποδεκτό να ελέγχεις τους άλλους με αυτή.

 

 

Δυσκολίες στη μετέπειτα ανάπτυξη του παιδιού

 

Τόσο η ελλιπής όσο και η υπερβολική οριοθέτηση, θέτουν τις βάσεις για ψυχοπαθολογία και αναπτυξιακές δυσκολίες, όπως φαίνεται στη συνέχεια:

Ανύπαρκτα όρια και Παραβατικότητα: Τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει σε περιβάλλον με ανύπαρκτα όρια είναι πολύ πιθανό κατά την εφηβεία να εμφανίσουν παραβατικές συμπεριφορές. Τα παιδιά που δεν έχουν μάθει να ακολουθούν όρια και κανόνες στο οικογενειακό περιβάλλον δυσκολεύονται να αποδεχθούν και να ακολουθήσουν τους κοινωνικούς κανόνες με αποτέλεσμα να εμφανίζουν νεανική παραβατικότητα (απουσίες από το σχολείο, μικροκλοπές κ.ά)

Επιθετικότητα: Η θέσπιση ορίων και η τήρησή τους βοηθά τα παιδιά να αποκτήσουν πειθαρχία. Παιδιά που κατά την παιδική ηλικία δεν έχουν αποκτήσει αίσθημα πειθαρχίας  εμφανίζουν έντονα ξεσπάσματα θυμού. Τα ξεσπάσματα αυτά μπορεί να έχουν τη μορφή του “πετάω ή καταστρέφω πράγματα” όταν χρειάζεται να οριοθετήσω τη συμπεριφορά μου ή ακόμα και επιθετικές συμπεριφορές, κυρίως προς συνομηλίκους.

Δυσκολίες σε μαθησιακό επίπεδο: Η έλλειψη πειθαρχίας που προαναφέρθηκε, στη σχολική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή μαθησιακή επίδοση.  Τα παιδιά που δεν έχουν αποκτήσει αίσθημα πειθαρχίας έως την ηλικία των 5-6  ετών, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τους κανόνες της τάξης με αποτέλεσμα κατά τη σχολική ηλικία να εμφανίσουν τόσο προβλήματα συμπεριφοράς όσο και δυσκολίες σε μαθησιακό επίπεδο.

Υπέρμετρα όρια και Αγχώδεις Διαταραχές: Οι γονείς, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν τα παιδιά τους, θέτουν υπερπροστατευτικά όρια, τα οποία όμως συχνά  λειτουργούν ως τροχοπέδη στη μετέπειτα ανάπτυξη και αυτονόμηση του παιδιού. Παιδιά  και έφηβοι που δεν έχουν αυτονομηθεί, δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν σε νέες καταστάσεις, χωρίς τη βοήθεια των γονιών τους, με αποτέλεσμα μεγαλώνοντας να διακατέχονται από έντονο άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση έως και αγχώδεις διαταραχές.

                                                                                                                

                                                                                         

        Αλεξίου Βανέσσα 

 Ψυχολόγος